Τεχνική σύνοψη
Κύρια σημεία:

Το άρθρο περιγράφει τον ρόλο της αναγνώρισης των κινδύνων ως θεμέλιο της εκτίμησης κινδύνου σύμφωνα με το ISO 12100 και επισημαίνει τα βασικά δεδομένα εισόδου και το πλαίσιο χρήσης του μηχανήματος, τα οποία πρέπει να καθοριστούν πριν από την ανάλυση.

  • Το ISO 12100 επιδιώκει τη μέγιστη δυνατή, πρακτικά εφαρμόσιμη μείωση του κινδύνου χωρίς απώλεια λειτουργικότητας, χρηστικότητας και οικονομικής βιωσιμότητας.
  • Η στρατηγική μείωσης του κινδύνου λαμβάνει διαδοχικά υπόψη την ασφάλεια σε όλο τον κύκλο ζωής, τη λειτουργία, τη χρηστικότητα και, τέλος, το κόστος.
  • Η μείωση του κινδύνου είναι μια επαναληπτική διαδικασία: μετά την εφαρμογή των προστατευτικών μέτρων, η μηχανή αξιολογείται εκ νέου έως ότου επιτευχθεί αποδεκτό επίπεδο.
  • Η εκτίμηση κινδύνου σύμφωνα με το ISO 12100 περιλαμβάνει: τους περιορισμούς της μηχανής, την αναγνώριση των κινδύνων, την εκτίμηση και την αξιολόγηση του κινδύνου
  • Για τον εντοπισμό των κινδύνων συλλέγονται: η τεκμηρίωση και οι απαιτήσεις, οι κανονισμοί και τα πρότυπα, η εμπειρία από τη λειτουργία, καθώς και οι εργονομικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες.

Στόχος της ελαχιστοποίησης του κινδύνου και βασικοί παράγοντες

Αναγνώριση κινδύνων: Το πρότυπο ISO 12100 καθορίζει τις γενικές αρχές για τον σχεδιασμό ασφαλών μηχανημάτων και τη διενέργεια εκτίμησης κινδύνου. Στόχος της εφαρμογής του προτύπου αυτού είναι η μέγιστη πρακτικά εφικτή μείωση του κινδύνου, ώστε το μηχάνημα να είναι όσο το δυνατόν ασφαλέστερο, χωρίς να χάνει τη λειτουργικότητα ή τη χρηστικότητά του, παραμένοντας ταυτόχρονα οικονομικά υλοποιήσιμο. Η στρατηγική μείωσης του κινδύνου σύμφωνα με το ISO 12100 λαμβάνει υπόψη τέσσερις βασικούς παράγοντες, οι οποίοι πρέπει να εξετάζονται με την παρακάτω σειρά:

  • Ασφάλεια του μηχανήματος σε όλες τις φάσεις του κύκλου ζωής του – πρωτίστως, το μηχάνημα πρέπει να σχεδιάζεται και να χρησιμοποιείται με τρόπο που να προστατεύει την υγεία και τη ζωή των ανθρώπων σε κάθε στάδιο, από την εγκατάσταση έως την απόσυρση.
  • Ικανότητα του μηχανήματος να επιτελεί τη λειτουργία του – τα μέτρα ασφαλείας που εφαρμόζονται δεν επιτρέπεται να εμποδίζουν το μηχάνημα να εκτελεί τις βασικές του εργασίες. Η ασφάλεια δεν πρέπει να επιτυγχάνεται σε βάρος της λειτουργικότητας.
  • Χρηστικότητα του μηχανήματος – το μηχάνημα πρέπει να παραμένει εργονομικό και εύχρηστο στη λειτουργία του. Τα υπερβολικά δυσχερή ή πολύπλοκα προστατευτικά μέτρα μπορεί να οδηγήσουν το προσωπικό στην παράκαμψή τους, γι’ αυτό είναι σημαντικό τα μέτρα ασφαλείας να είναι φιλικά προς τον χρήστη.
  • Κόστος κατασκευής, λειτουργίας και αποσυναρμολόγησης – τέλος, οι λύσεις που σχετίζονται με την ασφάλεια πρέπει να είναι οικονομικά τεκμηριωμένες. Στόχος είναι η ελαχιστοποίηση του κινδύνου εντός λογικών ορίων κόστους παραγωγής, συντήρησης και μετέπειτα απόσυρσης του μηχανήματος από τη χρήση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ασφάλεια τίθεται πρώτη και το κόστος τελευταίο — και αυτό δεν είναι τυχαίο. Η επιδίωξη της ασφάλειας είναι μια επαναληπτική διαδικασία. Μετά την εφαρμογή μέτρων μείωσης του κινδύνου, το μηχάνημα αξιολογείται εκ νέου· αν ο κίνδυνος εξακολουθεί να είναι υπερβολικά υψηλός, εφαρμόζονται πρόσθετες προστατευτικές λύσεις. Οι κύκλοι αυτοί επαναλαμβάνονται έως ότου επιτευχθεί αποδεκτό επίπεδο κινδύνου. Είναι σημαντικό στις επαναλήψεις αυτές να αξιοποιούνται τα καλύτερα διαθέσιμα τεχνικά μέσα και οι ορθές μηχανολογικές πρακτικές. Ως αποτέλεσμα, ένα μηχάνημα που πληροί τις απαιτήσεις του προτύπου ISO 12100 θα πρέπει να είναι ασφαλές, αποδοτικό και σύμφωνο με τις κανονιστικές απαιτήσεις (το πρότυπο ΕΛΟΤ EN ISO 12100 είναι εναρμονισμένο με την Οδηγία Μηχανών 2006/42/EC, γεγονός που συνεπάγεται τεκμήριο συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της).

Διαδικασία εκτίμησης κινδύνου σύμφωνα με το ISO 12100

Η εκτίμηση κινδύνου σύμφωνα με το ISO 12100 αποτελείται από διάφορα στάδια, τα οποία περιλαμβάνουν την ανάλυση και την αξιολόγηση του κινδύνου. Τα σημαντικότερα στάδια είναι: ο καθορισμός των ορίων του μηχανήματος, η αναγνώριση κινδύνων, η εκτίμηση του κινδύνου και η αξιολόγηση του κινδύνου. Μόνο μετά την ολοκλήρωση αυτών των βημάτων λαμβάνονται αποφάσεις σχετικά με την ανάγκη μείωσης του κινδύνου και εφαρμόζονται τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα. Μια σωστά διενεργημένη εκτίμηση κινδύνου αποτελεί τη βάση για τη διασφάλιση της ασφάλειας των μηχανημάτων και της συμμόρφωσής τους με τις νομικές απαιτήσεις (π.χ. για τη σήμανση CE μηχανημάτων). Στο παρόν άρθρο εστιάζουμε στην αναγνώριση κινδύνων — δηλαδή στο θεμέλιο ολόκληρης της διαδικασίας ανάλυσης κινδύνου. Πρόκειται για το πρώτο και σημαντικότερο βήμα της εκτίμησης κινδύνου, από το οποίο εξαρτάται η αποτελεσματικότητα των επόμενων ενεργειών. Ωστόσο, για να αναγνωριστούν σωστά οι κίνδυνοι, πρέπει πρώτα να καθοριστούν με σαφήνεια το πεδίο και το πλαίσιο λειτουργίας του μηχανήματος, καθώς και να συγκεντρωθούν οι κατάλληλες πληροφορίες εισόδου.

Πηγές πληροφοριών για την αναγνώριση κινδύνων

Πριν προχωρήσουμε στην αναγνώριση κινδύνων, ας συγκεντρώσουμε όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με το μηχάνημα και τη χρήση του. Το πρότυπο ISO 12100 συνιστά να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα δεδομένα:

  • Τεκμηρίωση της μηχανής και απαιτήσεις των χρηστών – θα πρέπει να περιλαμβάνει περιγραφή της μηχανής, την προβλεπόμενη χρήση της, τεχνικές προδιαγραφές, διαγράμματα και κατασκευαστικά σχέδια, κατάλογο υποσυστημάτων, απαιτούμενες παροχές ενέργειας κ.λπ. Σημαντικές είναι επίσης οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες των μελλοντικών χρηστών ως προς τις λειτουργίες και την απόδοση του εξοπλισμού.
  • Ισχύουσα νομοθεσία και πρότυπα – πρέπει να συγκεντρωθούν όλες οι νομικές διατάξεις, τα εναρμονισμένα πρότυπα και τα λοιπά τεχνικά πρότυπα που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη μηχανή ή διαδικασία (π.χ. ειδικά πρότυπα σχετικά με την ασφάλεια των συστημάτων ελέγχου, τον ηλεκτρικό εξοπλισμό, την εργονομία, τον θόρυβο, τις επικίνδυνες ουσίες κ.λπ.). Η μελέτη αυτών των εγγράφων θα βοηθήσει στην πρόβλεψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας και των συνήθων κινδύνων.
  • Εμπειρία από τη λειτουργία παρόμοιων μηχανών – ιδιαίτερα πολύτιμες είναι οι πληροφορίες από την πράξη: το ιστορικό ατυχημάτων και συμβάντων (συμπεριλαμβανομένων των λεγόμενων παρ’ ολίγον ατυχημάτων) που σχετίζονται με παρόμοιες μηχανές, τα στοιχεία συντήρησης για τις συνήθεις βλάβες, οι στατιστικές ζημιών ή τα σφάλματα χειρισμού. Αν η μηχανή εκσυγχρονίζεται ή αποτελεί επόμενη έκδοση υφιστάμενης λύσης, πρέπει να αναλυθεί η εμπειρία από τις προηγούμενες κατασκευές. Η απουσία ατυχημάτων στο παρελθόν δεν εγγυάται ότι ο κίνδυνος είναι αμελητέος – μπορεί να οφείλεται σε τύχη ή σε ανεπαρκή καταγραφή, επομένως δεν πρέπει να παραβλέπονται πιθανοί κίνδυνοι μόνο και μόνο επειδή δεν υπάρχει ιστορικό ατυχημάτων.
  • Εργονομικές και περιβαλλοντικές παράμετροι – είναι σκόπιμο να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές της εργονομίας (π.χ. προσαρμογή των μηχανών στα ανθρωπομετρικά χαρακτηριστικά των χρηστών, περιορισμός της καταπόνησης κατά την εργασία) καθώς και πληροφορίες για το περιβάλλον εργασίας (π.χ. αν η μηχανή θα λειτουργεί εντός εγκατάστασης ή σε εξωτερικό χώρο, σε συνθήκες σκόνης, υγρασίας, ακραίων θερμοκρασιών κ.λπ.). Τέτοιοι παράγοντες μπορεί να δημιουργούν πρόσθετους κινδύνους (π.χ. κίνδυνο ολίσθησης σε παγωμένη εξέδρα, μειωμένη συγκέντρωση του χειριστή λόγω άβολης στάσης).

Όλες οι παραπάνω πληροφορίες πρέπει να επικαιροποιούνται διαρκώς καθώς προχωρούν οι εργασίες σχεδιασμού. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η ομάδα σχεδιασμού μπορεί να προβλέπει καλύτερα τους κινδύνους και τις επικίνδυνες καταστάσεις που ενδέχεται να εμφανιστούν σε όλο τον κύκλο ζωής της μηχανής.

Καθορισμός των ορίων της μηχανής (βήμα 1)

Το πρώτο βήμα της αξιολόγησης κινδύνου σύμφωνα με το ISO 12100 είναι ο καθορισμός των ορίων της μηχανής, δηλαδή ο ορισμός του πλαισίου μέσα στο οποίο θα χρησιμοποιείται η μηχανή. Τα όρια αυτά περιλαμβάνουν όχι μόνο τις φυσικές παραμέτρους του εξοπλισμού, αλλά και τον τρόπο χρήσης του, το περιβάλλον στο οποίο λειτουργεί και τα άτομα που θα αλληλεπιδρούν με αυτόν. Ο καθορισμός αυτού του πλαισίου είναι απαραίτητος για τη σωστή αναγνώριση όλων των κινδύνων. Πρέπει να εξεταστούν τέσσερις βασικές πτυχές των ορίων της μηχανής:

  • Περιορισμοί χρήσης – περιλαμβάνουν την προβλεπόμενη χρήση της μηχανής καθώς και την ευλόγως προβλέψιμη εσφαλμένη χρήση. Πρέπει να καθοριστεί για ποιο σκοπό προορίζεται η μηχανή (π.χ. κατεργασία μετάλλου, συσκευασία τροφίμων, μεταφορά παλετών), αλλά και με ποιους τρόπους μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντίθετα με τις οδηγίες (π.χ. χρήση πρέσας ως αυτοσχέδιου στραντζαρίσματος, χειρισμός από μη καταρτισμένα άτομα κ.λπ.). Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη οι διαφορετικοί τρόποι λειτουργίας (αυτόματος, χειροκίνητος, συντήρησης), καθώς και κάθε επέμβαση του χειριστή που απαιτείται σε περίπτωση βλάβης ή διακοπής λειτουργίας. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο καθορισμός του προφίλ των χρηστών – θα χειρίζονται τη μηχανή εξειδικευμένοι χειριστές, εργαζόμενοι συντήρησης ή και ασκούμενοι ή τρίτα πρόσωπα; Πρέπει να συνεκτιμηθούν τα χαρακτηριστικά των χειριστών που μπορεί να επηρεάζουν την ασφάλεια: το ελάχιστο απαιτούμενο επίπεδο εκπαίδευσης και εμπειρίας τους, καθώς και τυχόν σωματικοί περιορισμοί (π.χ. χειρισμός από αριστερόχειρες, άτομα χαμηλότερου αναστήματος, πιθανές αναπηρίες όπως μειωμένη ακοή ή όραση). Επιπλέον, πρέπει να εξεταστούν και άλλα άτομα στον χώρο γύρω από τη μηχανή – π.χ. αν κοντά μπορεί να βρίσκονται εργαζόμενοι που δεν εμπλέκονται άμεσα στη λειτουργία της (διοικητικό προσωπικό, προσωπικό καθαριότητας), ακόμη και τρίτα πρόσωπα, επισκέπτες ή παιδιά. Η παρουσία τους μπορεί να δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους, αν εισέλθουν στη ζώνη λειτουργίας του εξοπλισμού.
  • Χωρικοί περιορισμοί – αφορούν τον φυσικό χώρο μέσα στον οποίο λειτουργεί η μηχανή. Πρέπει να καθοριστεί η εμβέλεια κίνησης των κινούμενων μερών, ώστε να οριστούν οι επικίνδυνες ζώνες γύρω από τη μηχανή (π.χ. η περιοχή όπου ο κινούμενος βραχίονας ενός ρομπότ μπορεί να χτυπήσει άνθρωπο). Πρέπει να ληφθεί υπόψη ο απαιτούμενος χώρος για τον χειριστή και το προσωπικό συντήρησης κατά την εκτέλεση όλων των εργασιών (λειτουργία, συντήρηση, επισκευές) – π.χ. αν υπάρχει επαρκής χώρος γύρω από τη μηχανή ώστε ο εργαζόμενος να μπορεί να αλλάξει με ασφάλεια ένα εργαλείο ή αν θα αναγκαστεί να εργαστεί σε άβολη στάση. Σημαντικές είναι επίσης οι διεπαφές ανθρώπου-μηχανής (αν τα στοιχεία χειρισμού είναι εύκολα προσβάσιμα, αν το πάνελ HMI βρίσκεται στη σωστή θέση) καθώς και τα σημεία σύνδεσης ενέργειας (αν, για παράδειγμα, τα καλώδια τροφοδοσίας ή οι υδραυλικοί σωλήνες δημιουργούν κίνδυνο σκοντάμματος ή εκτίθενται σε μηχανικές φθορές). Οι χωρικοί περιορισμοί μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν τις συνθήκες εγκατάστασης – π.χ. περιορισμένο ύψος του χώρου, παρουσία άλλου εξοπλισμού σε κοντινή απόσταση, που μπορεί να επηρεάζει την ασφαλή λειτουργία.
  • Χρονικοί περιορισμοί – σχετίζονται με τον κύκλο ζωής της μηχανής και το πρόγραμμα χρήσης της. Πρέπει να καθοριστεί η προβλεπόμενη διάρκεια ζωής της μηχανής και των επιμέρους εξαρτημάτων της (π.χ. αν η κατασκευή έχει σχεδιαστεί για 5, 10 ή 20 έτη λειτουργίας· πόσους κύκλους λειτουργίας θα αντέξουν τα κρίσιμα στοιχεία πριν εμφανιστεί κόπωση υλικού). Σημαντικός είναι ο προγραμματισμός των διαστημάτων μεταξύ συντηρήσεων: ανά πόσο χρόνο η μηχανή απαιτεί επιθεωρήσεις, προληπτική συντήρηση, αντικατάσταση αναλώσιμων ή φθειρόμενων μερών (στεγανοποιήσεων, φίλτρων, κοπτικών εργαλείων, ελαίων κ.λπ.). Οι πληροφορίες αυτές είναι ουσιώδεις, επειδή πολλοί κίνδυνοι εμφανίζονται με την πάροδο του χρόνου – π.χ. η φθορά των εξαρτημάτων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο βλάβης, ενώ οι αραιοί έλεγχοι αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης επικίνδυνης αστοχίας. Οι χρονικοί περιορισμοί περιλαμβάνουν επίσης την αναμενόμενη ένταση χρήσης της μηχανής (αν θα λειτουργεί συνεχώς σε τρεις βάρδιες ή περιστασιακά για λίγες ώρες την εβδομάδα) – όσο συχνότερη είναι η έκθεση στον κίνδυνο, τόσο υψηλότερος είναι ο κίνδυνος.
  • Άλλοι περιορισμοί – πρόκειται για κάθε πρόσθετο παράγοντα που είναι ειδικός για τη συγκεκριμένη μηχανή. Σε αυτούς περιλαμβάνονται, για παράδειγμα, οι ιδιότητες των υλικών που υποβάλλονται σε επεξεργασία (αν η πρώτη ύλη είναι υγρή, χύδην, τοξική, εύφλεκτη, αιχμηρή, βαριά – κάτι που μπορεί να δημιουργεί χημικούς, πυρολογικούς ή μηχανικούς κινδύνους). Ενδέχεται επίσης να είναι σημαντικές οι απαιτήσεις σχετικά με την καθαριότητα και την υγιεινή (π.χ. σε μηχανές για τη βιομηχανία τροφίμων ή τη φαρμακοβιομηχανία – η ανάγκη για συχνό πλύσιμο μπορεί να σημαίνει κίνδυνο ολίσθησης λόγω νερού ή κινδύνους που συνδέονται με τη χρήση χημικών καθαριστικών). Πρέπει ακόμη να ληφθούν υπόψη οι περιβαλλοντικές συνθήκες λειτουργίας της μηχανής – οι ελάχιστες και μέγιστες θερμοκρασίες περιβάλλοντος, η υγρασία, η σκόνη, η έκθεση στις καιρικές συνθήκες αν λειτουργεί σε εξωτερικό χώρο, η παρουσία εκρηκτικών ατμοσφαιρών κ.ο.κ. Οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν τόσο την ασφάλεια (π.χ. κίνδυνος υπερθέρμανσης του εξοπλισμού, κίνδυνος σπινθήρα σε περιβάλλον με σκόνη) όσο και την αντοχή των μέσων προστασίας (π.χ. τα προστατευτικά μπορεί να διαβρωθούν σε περιβάλλον με υψηλή υγρασία).

Η προσεκτική ανάλυση των παραπάνω περιορισμών διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πραγματοποιηθεί η περαιτέρω αξιολόγηση κινδύνου σύμφωνα με το ISO 12100. Μόνο όταν έχουμε αυτή τη συνολική εικόνα, μπορούμε να προχωρήσουμε στην ουσιαστική αναγνώριση των κινδύνων.

Συστηματική αναγνώριση κινδύνων (βήμα 2)

Η αναγνώριση κινδύνων είναι η διαδικασία εντοπισμού και καταγραφής όλων των πιθανών επικίνδυνων καταστάσεων, καθώς και των επικίνδυνων συμβάντων και των πιθανών γεγονότων που μπορούν να οδηγήσουν σε ατύχημα. Η προσέγγιση σε αυτό το έργο πρέπει να είναι μεθοδική και να καλύπτει όλες τις φάσεις της «ζωής» της μηχανής – από τη μεταφορά και την εγκατάσταση, την έναρξη λειτουργίας και την κανονική λειτουργία, έως τις αλλαγές ρύθμισης, τον καθαρισμό, τη συντήρηση, και τέλος την απόσυρση από τη χρήση και την αποσυναρμολόγηση του εξοπλισμού. Σε κάθε ένα από αυτά τα στάδια μπορεί να εμφανίζονται διαφορετικοί κίνδυνοι, γι’ αυτό δεν πρέπει να παραλείπεται κανένα.

Για να μη διαφύγει τίποτα, ο σχεδιαστής (ή η ομάδα αξιολόγησης κινδύνου) θα πρέπει να εντοπίσει όλες τις λειτουργίες και τα καθήκοντα που εκτελούνται τόσο από το μηχάνημα όσο και από τον άνθρωπο κατά την αλληλεπίδρασή του με αυτό, σε κάθε φάση του κύκλου ζωής του. Με άλλα λόγια: εξετάζουμε τι κάνει το μηχάνημα και τι κάνει ο άνθρωπος σε κάθε στάδιο και στη συνέχεια προσδιορίζουμε ποιοι κίνδυνοι μπορεί να συνδέονται με αυτά. Χρήσιμη είναι η κατάρτιση λιστών ελέγχου ή σεναρίων βήμα προς βήμα. Ενδεικτικά καθήκοντα που σχετίζονται με τη λειτουργία και την εξυπηρέτηση του μηχανήματος, τα οποία πρέπει να αναλυθούν, είναι τα εξής:

  • Ρύθμιση/παραμετροποίηση – όλες οι προπαρασκευαστικές ενέργειες πριν από την έναρξη λειτουργίας, π.χ. διαμόρφωση παραμέτρων, χειροκίνητη μετακίνηση στοιχείων του μηχανήματος κατά τη ρύθμιση της θέσης μηδέν, βαθμονομήσεις.
  • Δοκιμές και έλεγχοι – λειτουργία του μηχανήματος χωρίς φορτίο ή με μικρό φορτίο, δοκιμές λειτουργίας υποσυστημάτων, προγραμματισμός ελεγκτών, εκμάθηση τροχιάς σε ρομπότ κ.λπ.
  • Αλλαγή διαδικασίας ή εργαλείων (setup change) – αντικατάσταση εργαλείων κατεργασίας, αλλαγή ρύθμισης της γραμμής παραγωγής για άλλο προϊόν, αλλαγή εξοπλισμού, η οποία συχνά απαιτεί επέμβαση στην περιοχή εργασίας του μηχανήματος.
  • Εκκίνηση και κανονική λειτουργία – η φάση παραγωγής, όταν το μηχάνημα εκτελεί τη λειτουργία του. Εδώ αναλύουμε τους κινδύνους κατά τον τυπικό κύκλο λειτουργίας, όταν ο χειριστής συνήθως απλώς επιβλέπει τη λειτουργία (αλλά μπορεί επίσης, για παράδειγμα, να τροφοδοτεί χειροκίνητα πρώτη ύλη ή να παραλαμβάνει το προϊόν).
  • Τροφοδοσία υλικών και παραλαβή προϊόντων – καθήκοντα του χειριστή που σχετίζονται με τη φόρτωση του μηχανήματος (π.χ. τοποθέτηση πρώτης ύλης, ημιέτοιμου προϊόντος) και την παραλαβή του τελικού τεμαχίου ή των αποβλήτων. Πολλά ατυχήματα συμβαίνουν ακριβώς κατά την επέμβαση του χειριστή στη ζώνη εργασίας, π.χ. όταν βάζει το χέρι μέσα στο μηχάνημα για να διορθώσει τη θέση του υλικού.
  • Σταμάτημα του μηχανήματος – τόσο η κανονική απενεργοποίηση μετά την ολοκλήρωση του κύκλου όσο και η στάση έκτακτης ανάγκης σε περίπτωση κινδύνου. Πρέπει να εξεταστεί τι συμβαίνει κατά την αδράνεια των κινούμενων μερών, αν υπάρχει κίνδυνος παγίδευσης κάποιου κατά την πέδηση κ.λπ.
  • Αποκατάσταση διαταραχών και επανεκκίνηση – ενέργειες που σχετίζονται με μη προγραμματισμένη διακοπή, π.χ. απομάκρυνση εμπλοκών υλικού, επαναφορά συναγερμού, επανεκκίνηση του μηχανήματος μετά από στάση έκτακτης ανάγκης. Συχνά, υπό πίεση χρόνου, οι χειριστές επεμβαίνουν στο μηχάνημα (π.χ. προσπαθώντας να αφαιρέσουν χειροκίνητα ένα μπλοκαρισμένο στοιχείο), κάτι που δημιουργεί ιδιαίτερο κίνδυνο αν το μηχάνημα τεθεί απροσδόκητα σε λειτουργία.
  • Εντοπισμός βλαβών και τεχνική υποστήριξη – διάγνωση προβλημάτων, εργασίες συντήρησης και επισκευής, αντικατάσταση εξαρτημάτων, λίπανση, βαθμονομήσεις κατά τη λειτουργία. Αυτό συνήθως συνεπάγεται άνοιγμα προστατευτικών καλυμμάτων, απενεργοποίηση διατάξεων αλληλοασφάλισης — και επομένως ενδέχεται να εκθέτει το προσωπικό συντήρησης σε επαφή με επικίνδυνα στοιχεία του μηχανήματος.
  • Καθαρισμός και διατήρηση καθαριότητας – τακτικό πλύσιμο, αναρρόφηση σκόνης, απομάκρυνση αποβλήτων παραγωγής. Μπορεί να αποτελεί πηγή ασυνήθιστων κινδύνων, π.χ. ο χειριστής μπορεί να εισέλθει στο εσωτερικό της συσκευής για να την καθαρίσει, να χρησιμοποιεί χημικά μέσα, νερό υπό πίεση κ.λπ.
  • Προληπτική συντήρηση – προγραμματισμένοι περιοδικοί έλεγχοι, κατά τους οποίους ελέγχεται η κατάσταση των μηχανισμών, αντικαθίστανται αναλώσιμα υλικά (π.χ. φίλτρα, λάδια), ενημερώνεται το λογισμικό ελέγχου κ.λπ. Πρέπει να αξιολογείται ο κίνδυνος για καθεμία από αυτές τις ενέργειες.
  • Διορθωτική συντήρηση (επισκευές) – αποκατάσταση βλαβών, συχνά υπό πίεση χρόνου. Οι κίνδυνοι εμφανίζονται όταν οι τεχνικοί προσπαθούν να επισκευάσουν το μηχάνημα πρόχειρα και βιαστικά, μερικές φορές παρακάμπτοντας τα μέτρα ασφαλείας, ώστε να αποκατασταθεί η παραγωγή.

Η παραπάνω λίστα δεν είναι εξαντλητική – για κάθε μηχάνημα μπορεί να υπάρχουν ειδικά καθήκοντα (π.χ. εκπαίδευση χειριστών πάνω στο μηχάνημα, εκσυγχρονισμοί και τροποποιήσεις κατά τη χρήση του κ.λπ.). Το σημαντικό είναι να καταγραφούν όλες οι προβλεπόμενες ενέργειες και για καθεμία από αυτές να τεθεί το ερώτημα: «Τι μπορεί να πάει στραβά; Ποιος κίνδυνος υπάρχει εδώ;».

Αν προσπαθούσαμε να αποτυπώσουμε την περιγραφή ενός «σεναρίου» στην απλούστερη μορφή της, θα έμοιαζε κάπως έτσι:

Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης (Καθήκον) + αιχμηρά στοιχεία (Πηγή) + μπορούν να προκαλέσουν κόψιμο του δέρματος (Συνέπεια). Ένα τέτοιο σενάριο, αφού αξιολογηθεί ως προς την πιθανότητα εμφάνισης και τη σοβαρότητά του, μετατρέπεται σε κίνδυνο, ο οποίος στη συνέχεια υποβάλλεται σε διαδικασία αξιολόγησης.

Η διαδικασία αυτή πολύ σπάνια αποτυπώνεται σωστά σε «excel» που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο ή μεταξύ ελεγκτών και συμβουλευτικών εταιρειών. Προτείνουμε τη λύση safetysoftware.eu, η οποία κατά τη γνώμη μας έχει μέχρι σήμερα αποδώσει καλύτερα το «πνεύμα» του προτύπου ISO 12100.

Κατά την αναγνώριση των κινδύνων, η πρακτική εμπειρία είναι εξαιρετικά χρήσιμη. Αξίζει να ζητείται η γνώμη έμπειρων χειριστών και εργαζομένων της συντήρησης – γνωρίζουν το μηχάνημα σε βάθος και συχνά μπορούν να υποδείξουν ασυνήθιστους αλλά πραγματικούς κινδύνους, που ενδέχεται να διαφύγουν της προσοχής του μελετητή. Πολύτιμο εργαλείο αποτελούν οι λίστες ελέγχου κινδύνων που δημοσιεύονται στη βιβλιογραφία και στα πρότυπα. Για παράδειγμα, το πρότυπο ISO 12100, στο Παράρτημα B, περιλαμβάνει ενδεικτικό κατάλογο κατηγοριών κινδύνων. Επίσης, η τεχνική έκθεση ISO/TR 14121-2, η οποία περιγράφει πρακτικές μεθόδους αξιολόγησης κινδύνου σύμφωνα με το ISO 12100, προτείνει λίστες ερωτήσεων ελέγχου που βοηθούν στη συστηματική ανάλυση του μηχανήματος από πλευράς ασφάλειας (με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά ατυχημάτων) – μια τέτοια προσέγγιση διευκολύνει τη διασφάλιση ότι δεν θα παραλειφθεί κανένα ουσιώδες «κρίσιμο σημείο». Στην πρακτική της μηχανικής χρησιμοποιούνται επίσης ειδικά προγράμματα και έντυπα για την αναγνώριση κινδύνων, τα οποία καθοδηγούν βήμα προς βήμα την ομάδα στα επιμέρους στοιχεία του μηχανήματος και στον τρόπο λειτουργίας του.

Μόνο αφού εντοπιστούν όλες οι εργασίες και οι καταστάσεις μπορούμε να καταρτίσουμε κατάλογο συγκεκριμένων επικίνδυνων καταστάσεων. Ως κίνδυνος ορίζεται η δυνητική πηγή βλάβης – μπορεί να είναι στοιχείο του μηχανήματος, παράγοντας ή περίσταση που δημιουργεί επικινδυνότητα. Παρακάτω παρατίθενται οι συνήθεις κατηγορίες κινδύνων που συναντώνται σε βιομηχανικά μηχανήματα:

  • Μηχανικοί κίνδυνοι – προκύπτουν από κινούμενα μέρη μηχανημάτων ή από μηχανικές δυνάμεις. Σε αυτούς περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο κίνδυνος παγίδευσης, έλξης ή σύνθλιψης από κινούμενα στοιχεία (άξονες, οδοντωτοί τροχοί, μεταδόσεις, ιμάντες μεταφοράς, έμβολα πρεσών κ.λπ.), πρόσκρουσης από βραχίονες ρομπότ που κινούνται με μεγάλη ταχύτητα, κοπής από λεπίδα, σφήνωσης σε διάκενα, πτώσης βαρέων αντικειμένων, καθώς και κίνδυνοι που απορρέουν από ανεπαρκή ευστάθεια του μηχανήματος (ανατροπή, κατάρρευση κατασκευής).
  • Ηλεκτρικοί κίνδυνοι – ηλεκτροπληξία ή άλλες επιπτώσεις που σχετίζονται με την ηλεκτρική ενέργεια. Μπορεί να αφορούν, για παράδειγμα, εκτεθειμένους αγωγούς υπό τάση, φθαρμένη μόνωση, αστοχία του συστήματος γείωσης, διατρήσεις και βραχυκυκλώματα στα κυκλώματα, στατικό ηλεκτρισμό που συσσωρεύεται στο μηχάνημα, καθώς και κίνδυνο πυρκαγιάς λόγω βραχυκυκλώματος στην ηλεκτρική εγκατάσταση.
  • Θερμικοί κίνδυνοι – εγκαύματα από θερμές επιφάνειες (π.χ. θερμαντικά στοιχεία, ακροφύσια μηχανών χύτευσης με έγχυση, κλίβανοι, σωληνώσεις ατμού), κρυοπαγήματα από εξαιρετικά ψυχρά στοιχεία (ψυκτικές εγκαταστάσεις), καθώς και κίνδυνοι πυρκαγιάς ή έκρηξης που συνδέονται με υψηλή θερμοκρασία. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται επίσης τα χημικά εγκαύματα (εάν το μηχάνημα χρησιμοποιεί, για παράδειγμα, οξέα σε υψηλή θερμοκρασία) και οι κίνδυνοι που προκύπτουν από θερμική ακτινοβολία.
  • Χημικοί κίνδυνοι – προκύπτουν από την επαφή με επικίνδυνες ουσίες. Εάν το μηχάνημα χρησιμοποιεί ή παράγει χημικές ουσίες (π.χ. κόλλες, διαλύτες, ψυκτικά υγρά, ατμούς, σκόνες), υπάρχει κίνδυνος δηλητηρίασης, χημικών εγκαυμάτων, αλλεργικών αντιδράσεων, μόλυνσης του δέρματος ή των πνευμόνων του χειριστή. Πρέπει να εξετάζονται τόσο οι κανονικές εκπομπές (π.χ. καπνοί συγκόλλησης, σκόνη ξύλου από εργαλειομηχανή) όσο και οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης (διαρροή χημικών, διαρροή υδραυλικού λαδιού υπό πίεση).
  • Κίνδυνοι από ακτινοβολία – περιλαμβάνουν επιβλαβή ηλεκτρομαγνητική και ιονίζουσα ακτινοβολία. Παραδείγματα είναι η ακτινοβολία λέιζερ (π.χ. σε μηχανές κοπής με λέιζερ – κίνδυνος βλάβης της όρασης ή εγκαύματος), η υπεριώδης ακτινοβολία UV (π.χ. από διεργασίες συγκόλλησης ή από λυχνίες σκλήρυνσης), η ακτινοβολία ακτίνων Χ και γάμμα (παρούσα σε εξοπλισμό ποιοτικού ελέγχου, συστήματα ακτινοσκόπησης) ή τα ισχυρά ηλεκτρομαγνητικά πεδία (που παράγονται από μηχανές συγκόλλησης, επαγωγικούς κλιβάνους – και μπορούν, για παράδειγμα, να επηρεάσουν ιατρικά εμφυτεύματα εργαζομένων).
  • Κίνδυνοι από θόρυβο και κραδασμούς – το υψηλό επίπεδο θορύβου των μηχανημάτων (πάνω από τα επιτρεπόμενα όρια) μπορεί να προκαλέσει βλάβη στην ακοή των χειριστών και να δυσχεράνει την επικοινωνία, αυξάνοντας έμμεσα τον κίνδυνο ατυχημάτων. Οι μηχανικοί κραδασμοί που μεταδίδονται στη θέση εργασίας μπορεί να οδηγήσουν σε παθήσεις του μυοσκελετικού συστήματος (π.χ. σύνδρομο δόνησης χεριού-βραχίονα) και σε ταχύτερη κόπωση του εργαζομένου, γεγονός που με τη σειρά του αυξάνει την πιθανότητα λαθών.
  • Εργονομικοί κίνδυνοι – προκύπτουν από την ανεπαρκή προσαρμογή των μηχανημάτων στον άνθρωπο. Περιλαμβάνουν αναγκαστικές και άβολες στάσεις κατά την εργασία, ανάγκη άσκησης υπερβολικής δύναμης (π.χ. κατά την πίεση ενός στοιχείου που δεν είχε προβλεφθεί στη μελέτη), επαναλαμβανόμενες κινήσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε κακώσεις από επαναλαμβανόμενη καταπόνηση (RSI), κακή οργάνωση της θέσης εργασίας (που ευνοεί λανθασμένες συμπεριφορές, π.χ. προσέγγιση μέσα από προστατευτικά καλύμματα) ή καταπόνηση της όρασης λόγω ανεπαρκούς φωτισμού της θέσης εργασίας. Οι εργονομικές ελλείψεις συχνά δεν προκαλούν ατύχημα άμεσα, αλλά μακροπρόθεσμα οδηγούν σε προβλήματα υγείας ή αυξάνουν την πιθανότητα σφάλματος του χειριστή και ατυχήματος.

Προσοχή: το πρότυπο ISO 12100 (τύπου A – βασικό για όλα τα υπόλοιπα του συγκεκριμένου τομέα) δεν έχει ακόμη εναρμονιστεί με τον Κανονισμό για τα Μηχανήματα 2023/1230 – η δημοσίευση νέας έκδοσης του προτύπου αναμένεται στα μέσα του 2026. Κατά πάσα πιθανότητα, θα περιλαμβάνει επίσης οδηγίες για την αξιολόγηση κυβερνοκινδύνων.

Κατά την αναγνώριση των κινδύνων δεν αρκεί να περιοριζόμαστε μόνο στις κανονικές συνθήκες λειτουργίας της μηχανής. Πρέπει να εξετάζονται επίσης μη τυπικές και έκτακτες καταστάσεις. Η μηχανή μπορεί να βρεθεί σε κατάσταση βλάβης ή να λειτουργεί εσφαλμένα για διάφορους λόγους: αστοχία εξαρτήματος, σφάλμα στο λογισμικό ελέγχου, πτώση της τάσης τροφοδοσίας, εξωτερικές παρεμβολές (π.χ. δονήσεις από άλλη μηχανή, ηλεκτρομαγνητικές παρεμβολές), ακόμη και εσφαλμένος σχεδιασμός (ορισμένα σενάρια μπορεί να μην είχαν προβλεφθεί από τον σχεδιαστή). Κάθε τέτοια απόκλιση από την κανονική λειτουργία μπορεί να δημιουργήσει νέους κινδύνους. Γι’ αυτό πρέπει να τίθεται το ερώτημα: «Τι θα συμβεί αν η μηχανή πάψει να εκτελεί σωστά τη λειτουργία της;». Για παράδειγμα: αν σπάσει το κοπτικό εργαλείο, μπορούν τα θραύσματα να χτυπήσουν κάποιον; Αν σταματήσει ο μεταφορέας, θα αρχίσει να συσσωρεύεται υλικό και να δημιουργείται κίνδυνος υπερφόρτωσης ή ανάγκης για χειροκίνητη επέμβαση; Αν αστοχήσει στοιχείο του συστήματος ελέγχου, θα περάσει η μηχανή σε ασφαλή κατάσταση ή μπορεί να προκύψει ανεξέλεγκτη κίνηση; Η εξέταση όλων των πιθανών καταστάσεων της μηχανής (κανονική κατάσταση έναντι καταστάσεων έκτακτης ανάγκης) είναι καθοριστική για την πλήρη αναγνώριση των κινδύνων.

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι να λαμβάνονται υπόψη τα ανθρώπινα σφάλματα και η σκόπιμη παράκαμψη των μέτρων προστασίας. Το ISO 12100 απαιτεί να προβλέπονται οι ευλόγως προβλέψιμες λανθασμένες ενέργειες των χειριστών. Οι άνθρωποι, στην προσπάθειά τους να διευκολύνουν την εργασία τους, μερικές φορές καταφεύγουν σε επικίνδυνες συντομεύσεις. Τυπικές περιπτώσεις είναι, για παράδειγμα: η αυθόρμητη αντίδραση υπό πίεση (όταν η μηχανή μπλοκάρει, ο χειριστής μπορεί ενστικτωδώς να βάλει το χέρι του, ξεχνώντας να διακόψει την τροφοδοσία), η έλλειψη συγκέντρωσης ή η ρουτίνα (ένας έμπειρος εργαζόμενος μπορεί να πάψει να αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο λόγω εξοικείωσης), η βιασύνη και η πίεση χρόνου (που οδηγούν σε επεμβάσεις στη μηχανή χωρίς απομόνωση από τις πηγές ενέργειας ή σε σκόπιμη αχρήστευση διατάξεων ασφαλείας ώστε «η μηχανή να δουλεύει πιο γρήγορα»), καθώς και η μη εξουσιοδοτημένη παρέμβαση (π.χ. από περιέργεια τρίτων προσώπων ή από παιδιά που προσπαθούν να θέσουν τη μηχανή σε λειτουργία). Κατά την αναγνώριση των κινδύνων πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι ο άνθρωπος μπορεί να κάνει λάθος και να εξετάζονται οι συνέπειες αυτού του λάθους. Για παράδειγμα, αν υπάρχει δυνατότητα εισόδου στην επικίνδυνη ζώνη κατά τη λειτουργία της μηχανής, αργά ή γρήγορα κάποιος μπορεί να το κάνει (ακόμη κι αν «ξέρει ότι απαγορεύεται»). Γι’ αυτό, ήδη από το στάδιο της αναγνώρισης των κινδύνων, αξίζει να καταγράφονται τέτοια σενάρια εσφαλμένης χρήσης και να αντιμετωπίζονται ως πραγματικοί κίνδυνοι που πρέπει να προληφθούν.

Αξίζει να τονιστεί ότι μόνο ένας κίνδυνος που έχει αναγνωριστεί μπορεί να εξαλειφθεί ή να μειωθεί. Γι’ αυτό η φάση αναγνώρισης των κινδύνων είναι τόσο σημαντική — αποτελεί το θεμέλιο ολόκληρης της αξιολόγησης κινδύνου σύμφωνα με το ISO 12100. Αν κάποιος κίνδυνος δεν εντοπιστεί σε αυτό το στάδιο, μπορεί να «περάσει» απαρατήρητος από τα επόμενα στάδια εκτίμησης και αξιολόγησης του κινδύνου και, ως αποτέλεσμα, να παραμείνει χωρίς επαρκή προστασία. Στη βιομηχανική πράξη, ακριβώς οι κίνδυνοι που έχουν παραλειφθεί αποτελούν συχνότερα την αιτία ατυχημάτων. Γι’ αυτό η ανάλυση πρέπει να πραγματοποιείται με μεγάλη σχολαστικότητα και, κατά προτίμηση, από ομάδα με διαφορετικό υπόβαθρο και εμπειρία (σχεδιαστής, ειδικός αυτοματισμού, χειριστής, ειδικός ασφάλειας και υγείας στην εργασία κ.λπ.).

Αν, για παράδειγμα, πρέπει να αξιολογήσουμε τη σοβαρότητα της βλάβης, αξίζει να αναρωτηθούμε ποιες είναι οι αρμοδιότητές μας για να κρίνουμε αν η συνέπεια μπορεί να είναι θανατηφόρα. Μερικές φορές, για να είναι η αξιολόγηση πραγματικά αξιόπιστη, η ομάδα πρέπει να προσαρμόζεται στις πραγματικές ανάγκες και έτσι, για παράδειγμα, συνηθίζεται να συμμετέχει στην ομάδα αξιολόγησης κινδύνων και ιατρός ειδικός στην ιατρική της εργασίας!

Καλή πρακτική είναι επίσης η επαλήθευση του καταλόγου κινδύνων από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα ή η σύγκρισή του με καταλόγους για παρόμοιες μηχανές. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατάλογος ελέγχου από κάποιο πρότυπο ή η εμπειρία από άλλα έργα. Παράδειγμα τέτοιας προσέγγισης είναι η ανάλυση HAZOP, η οποία εφαρμόζεται π.χ. στη χημική βιομηχανία, όπου μια ομάδα ειδικών εξετάζει από κοινού διάφορες αποκλίσεις των παραμέτρων της διεργασίας και τις πιθανές συνέπειες — σε σχέση με τις μηχανές, αντίστοιχο ρόλο επιτελεί ακριβώς η λεπτομερής αναγνώριση των κινδύνων.

Τι ακολουθεί μετά την αναγνώριση των κινδύνων;

Το αποτέλεσμα του σταδίου αναγνώρισης είναι ένας κατάλογος κινδύνων που σχετίζονται με τη μηχανή, μαζί με περιγραφή των καταστάσεων ή των ενεργειών στις οποίες εμφανίζεται κάθε κίνδυνος. Αυτός ο κατάλογος αποτελεί τη βάση για τα επόμενα βήματα της αξιολόγησης κινδύνου: την εκτίμηση του κινδύνου (δηλαδή τον προσδιορισμό του μεγέθους του κινδύνου που συνδέεται με κάθε επιμέρους κίνδυνο, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανότητα εμφάνισης και τη σοβαρότητα των πιθανών συνεπειών) και την αξιολόγηση του κινδύνου (τη σύγκριση του εκτιμημένου κινδύνου με τα κριτήρια αποδοχής και την απόφαση για το αν απαιτούνται περαιτέρω μέτρα μείωσης). Στα επόμενα στάδια αποδίδουμε σε κάθε κίνδυνο δείκτες κινδύνου και αποφασίζουμε ποιοι κίνδυνοι απαιτούν κατά προτεραιότητα μείωση. Πολλές μέθοδοι εκτίμησης κινδύνου — όπως οι μήτρες κινδύνου ή οι βαθμολογικές μέθοδοι — βασίζονται στην προηγούμενη ακριβή αναγνώριση των κινδύνων και των σεναρίων ατυχήματος, γι’ αυτό αυτό το πρώτο βήμα πρέπει να εκτελείται με αξιοπιστία.

Κλείνοντας, αξίζει να θυμόμαστε δύο ζητήματα. Πρώτον, η διαδικασία αξιολόγησης κινδύνου (συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης των κινδύνων) πρέπει να τεκμηριώνεται. Σύμφωνα με το ISO 12100, ο σχεδιαστής οφείλει να συντάσσει καταγραφή της ανάλυσης που πραγματοποιήθηκε, ώστε να είναι σαφές ποιοι κίνδυνοι εντοπίστηκαν, ποιες παραδοχές υιοθετήθηκαν και ποια μέτρα λήφθηκαν για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου. Η τεκμηρίωση αυτή είναι απαραίτητη, μεταξύ άλλων, κατά τη διαδικασία για τη σήμανση CE μηχανημάτων και αποτελεί πολύτιμη πηγή γνώσης για το μέλλον. Δεύτερον, η αναγνώριση των κινδύνων δεν είναι ενέργεια που γίνεται μία μόνο φορά. Όταν το μηχάνημα υφίσταται αλλαγές (εκσυγχρονισμός, αλλαγή διαδικασίας) ή όταν προκύπτουν νέα στοιχεία (π.χ. αναφορά ατυχήματος, νέο κλαδικό πρότυπο), πρέπει να επανερχόμαστε στην ανάλυση και να επικαιροποιούμε τον κατάλογο των κινδύνων. Οι τακτικοί έλεγχοι ασφάλειας μηχανημάτων και οι ανασκοπήσεις κινδύνου βοηθούν στον εντοπισμό κινδύνων που μπορεί να έχουν εμφανιστεί με την πάροδο του χρόνου.

Η αναγνώριση των κινδύνων σύμφωνα με το ISO 12100 αποτελεί τη βάση για τον ασφαλή σχεδιασμό και την ασφαλή λειτουργία των μηχανημάτων. Χάρη στη συστηματική προσέγγιση και στη συνεκτίμηση ενός ευρέος φάσματος παραγόντων — από τεχνικούς έως ανθρώπινους — επιτρέπει την προληπτική αποτροπή ατυχημάτων. Μόνο όταν γνωρίζουμε όλους τους κινδύνους μπορούμε να σχεδιάσουμε αποτελεσματικά προστατευτικά καλύμματα, να επιλέξουμε τα κατάλληλα μέτρα προστασίας και να εφαρμόσουμε διαδικασίες που διασφαλίζουν την ασφαλή λειτουργία του εξοπλισμού. Ως αποτέλεσμα, η σωστά διενεργημένη αναγνώριση των κινδύνων οδηγεί σε χαμηλότερο κίνδυνο, μεγαλύτερη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις και πιο ήρεμη εργασία για τους χειριστές. Πρόκειται για επένδυση στην ασφάλεια που αποδίδει πολλαπλάσια, με τη μορφή αποφυγής συμβάντων και διακοπών λειτουργίας. Ας θυμόμαστε: η ασφάλεια ξεκινά από την πρόβλεψη των κινδύνων, και ακριβώς αυτόν τον σκοπό υπηρετεί η αξιόπιστη αναγνώριση των κινδύνων σύμφωνα με το ISO 12100.

Αναγνώριση κινδύνων σύμφωνα με το πρότυπο ISO 12100

Στόχος είναι η μέγιστη, πρακτικά εφικτή μείωση του κινδύνου, ώστε η μηχανή να είναι όσο το δυνατόν ασφαλέστερη. Ταυτόχρονα, πρέπει να παραμένει λειτουργική, χρηστική και οικονομικά βιώσιμη.

Το ISO 12100 επισημαίνει, κατά σειρά, την ασφάλεια της μηχανής σε όλες τις φάσεις του κύκλου ζωής της, την ικανότητα εκτέλεσης της λειτουργίας της, τη χρηστικότητα (εργονομία) και το κόστος κατασκευής, λειτουργίας και αποσυναρμολόγησης. Η ασφάλεια αποτελεί προτεραιότητα και το κόστος εξετάζεται τελευταίο.

Μετά την εφαρμογή των μέτρων προστασίας, η μηχανή αξιολογείται εκ νέου. Αν ο κίνδυνος εξακολουθεί να είναι υπερβολικά υψηλός, εφαρμόζονται πρόσθετα μέτρα έως ότου επιτευχθεί αποδεκτό επίπεδο κινδύνου.

Η διαδικασία περιλαμβάνει: τον καθορισμό των ορίων της μηχανής, τον εντοπισμό των κινδύνων, την εκτίμηση του κινδύνου και την αξιολόγηση του κινδύνου. Μόνο στη συνέχεια λαμβάνονται αποφάσεις σχετικά με την ανάγκη μείωσης του κινδύνου και την επιλογή των μέτρων προστασίας.

Το πρότυπο συνιστά να συγκεντρωθούν, μεταξύ άλλων, η τεκμηρίωση της μηχανής και οι απαιτήσεις των χρηστών, οι ισχύοντες κανονισμοί και πρότυπα, η εμπειρία από τη λειτουργία παρόμοιων μηχανών, καθώς και οι εργονομικές και περιβαλλοντικές πτυχές. Τα δεδομένα αυτά πρέπει να επικαιροποιούνται καθώς προχωρούν οι εργασίες σχεδιασμού.

Κοινοποίηση: LinkedIn Facebook