Τεχνική σύνοψη
Κύρια σημεία:

Το άρθρο συζητά τον τύπο κινδύνου R = f(S, F, P1, A) από το ISO 12100 και τη σημασία των επιμέρους παραμέτρων του, υπογραμμίζοντας ότι το πρότυπο δεν επιβάλλει συγκεκριμένες κλίμακες αξιολόγησης. Επισημαίνει επίσης τον ρόλο του ISO/TR 14121-2 ως πηγής πρακτικών μεθόδων και παραδειγμάτων.

  • Το 2023 στην ΕΕ καταγράφηκαν 3.298 θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα· αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 0,1% του συνόλου των δηλωθέντων ατυχημάτων.
  • Κατά μέσο όρο αντιστοιχούν 1,63 θανατηφόρα θύματα ετησίως ανά 100.000 εργαζόμενους· τα ατυχήματα εξακολουθούν να αφορούν, μεταξύ άλλων, τον χειρισμό μηχανημάτων.
  • Το ISO 12100:2010 είναι βασικό πρότυπο για την ασφάλεια των μηχανών· περιγράφει τη διαδικασία αναγνώρισης των κινδύνων, καθώς και την εκτίμηση και τη μείωση του κινδύνου.
  • Ο κίνδυνος σύμφωνα με το ISO 12100 είναι ο συνδυασμός της σοβαρότητας της βλάβης (S) και της πιθανότητας εμφάνισής της, η οποία αναλύεται σε F, P1, A (και προαιρετικά σε T).
  • Το ISO/TR 14121-2 παρέχει πρακτικές κατευθυντήριες οδηγίες και παραδείγματα μεθόδων εκτίμησης κινδύνου για μηχανές σύμφωνα με το ISO 12100.

Ο αριθμός των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων στις χώρες της ΕΕ ανήλθε το 2023 σε 3 298, δηλαδή περίπου στο 0,1% του συνόλου των δηλωμένων ατυχημάτων. Σε σύγκριση με το 2013, ο αριθμός αυτός μειώθηκε κατά περίπου 110 (από 3 408), αν και σε σχέση με το 2022 καταγράφηκε μια ελάχιστη αύξηση (+12 περιστατικά). Συνολικά, ανά 100 000 εργαζομένους αντιστοιχούν κατά μέσο όρο 1,63 θανατηφόρα θύματα ετησίως – παρά την πρόοδο στην ασφάλεια στην εργασία, τα θανατηφόρα ατυχήματα εξακολουθούν να συμβαίνουν, ιδίως σε συνάρτηση με τη χρήση μηχανών και εξοπλισμού, γεγονός που απαιτεί διαρκείς προληπτικές ενέργειες.

Πώς αξιολογείται ο κίνδυνος σύμφωνα με το ISO 12100: Η αξιολόγηση κινδύνου αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη διασφάλιση της ασφάλειας των μηχανών και των θέσεων εργασίας. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης, το βασικό πρότυπο σε αυτόν τον τομέα είναι το ISO 12100:2010 («Ασφάλεια μηχανών – Γενικές αρχές σχεδιασμού – Αξιολόγηση κινδύνου και μείωση κινδύνου»), το οποίο ορίζει τις θεμελιώδεις έννοιες και τη διαδικασία αναγνώρισης κινδύνων και εκτίμησης κινδύνου. Αντίστοιχα, το ISO/TR 14121-2 είναι τεχνική έκθεση (Technical Report) που περιλαμβάνει πρακτικές οδηγίες και παραδείγματα μεθόδων αξιολόγησης κινδύνου μηχανών σύμφωνα με το ISO 12100. Στο παρόν κείμενο «αποδομούμε» τον τύπο του κινδύνου από το ISO 12100 – αναλύουμε κάθε συνιστώσα του – και εξετάζουμε πώς οι επιμέρους μέθοδοι που παρουσιάζονται στο ISO/TR 14121-2 λαμβάνουν υπόψη (ή απλοποιούν) αυτούς τους παράγοντες. Παρουσιάζουμε επίσης τις ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των προσεγγίσεων των δύο εγγράφων, με παραδείγματα που υποστηρίζονται από στατιστικά δεδομένα και συμπεράσματα από την πρακτική.

Πώς αξιολογείται ο κίνδυνος σύμφωνα με το ISO 12100: Τύπος κινδύνου κατά ISO 12100 (συνιστώσες του κινδύνου)

Το πρότυπο ISO 12100 ορίζει τον κίνδυνο ως συνδυασμό της πιθανότητας επέλευσης βλάβης και της σοβαρότητας (βαρύτητας) αυτής της βλάβης. Με άλλα λόγια, ο κίνδυνος που συνδέεται με έναν συγκεκριμένο κίνδυνο/πηγή κινδύνου εξαρτάται αφενός από τη σοβαρότητα του πιθανού τραυματισμού ή της ζημίας και αφετέρου από την πιθανότητα να προκύψει μια τέτοια βλάβη. Αυτός ο γενικός ορισμός μπορεί να εξειδικευτεί, αναλύοντας την «πιθανότητα επέλευσης βλάβης» σε πιο συγκεκριμένους παράγοντες. Σύμφωνα με το ISO 12100, η πιθανότητα αυτή περιλαμβάνει τέσσερα επιμέρους στοιχεία: συχνότητα και διάρκεια έκθεσης (F), πιθανότητα εμφάνισης επικίνδυνου συμβάντος (P1), δυνατότητα αποφυγής ή περιορισμού της βλάβης (A) και, ενδεχομένως, την ειδική διάρκεια έκθεσης (T) εάν δεν περιλαμβάνεται στη συχνότητα. Στην πράξη, η διάρκεια συχνά συνδυάζεται με τη συχνότητα έκθεσης και αντιμετωπίζονται μαζί ως ένας παράγοντας. Παρακάτω περιγράφουμε καθένα από αυτά τα στοιχεία του κινδύνου σύμφωνα με το πρότυπο και τη σχετική βιβλιογραφία:

  • Σοβαρότητα της βλάβης (S, severity) – η προβλεπόμενη βαρύτητα των συνεπειών ενός ατυχήματος ή ενός κινδύνου. Προσδιορίζεται λαμβάνοντας υπόψη το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα για την υγεία: από μικροτραυματισμούς (αναστρέψιμους) έως σοβαρές, μη αναστρέψιμες σωματικές βλάβες ή θάνατο. Οι κατηγορίες σοβαρότητας μπορούν να οριστούν περιγραφικά (π.χ. S1 – ελαφρύς τραυματισμός, S2 – βαριά, μόνιμη βλάβη ή θάνατος). Όσο μεγαλύτερη είναι η δυνητική σοβαρότητα των συνεπειών, τόσο υψηλότερος είναι ο κίνδυνος – ακόμη και με μικρή πιθανότητα, ένα σοβαρό ατύχημα μπορεί να απαιτεί προληπτικά μέτρα.
  • Συχνότητα και χρόνος έκθεσης (F, frequency of exposure) – πόσο συχνά και για πόσο χρόνο ένα άτομο εκτίθεται στον συγκεκριμένο κίνδυνο. Η συχνότερη και μεγαλύτερης διάρκειας παραμονή στη ζώνη κινδύνου αυξάνει την πιθανότητα να συμβεί ατύχημα. Για παράδειγμα, το F1 μπορεί να σημαίνει σπάνια ή βραχυχρόνια έκθεση, ενώ το F2 – συχνή ή συνεχόμενη/μακράς διάρκειας. Στις αξιολογήσεις κινδύνου χρησιμοποιείται π.χ. κλίμακα από «πολύ σπάνια» έως «συνεχώς» – συχνά με ποσοτικό όριο (π.χ. μερικές φορές ανά ώρα, ημερησίως, μηνιαίως, ετησίως κ.λπ.). Όταν χρειάζεται, λαμβάνεται υπόψη και το T (διάρκεια έκθεσης) – π.χ. η παρατεταμένη συνεχής παραμονή στη ζώνη κινδύνου είναι πιο επικίνδυνη από μια σύντομη, περιστασιακή είσοδο, ακόμη και με την ίδια συχνότητα.
  • Πιθανότητα επικίνδυνου συμβάντος (P1, probability of occurrence) – εκτιμά πόσο πιθανή είναι η εμφάνιση ενός συγκεκριμένου επικίνδυνου συμβάντος που οδηγεί σε βλάβη, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες λειτουργίας της μηχανής. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την αξιοπιστία της μηχανής και των εξαρτημάτων της, την πιθανότητα βλάβης ή αστοχίας που οδηγεί σε επικίνδυνη κατάσταση, καθώς και την πιθανότητα ανθρώπινου σφάλματος που προκαλεί το συμβάν. Συχνά προσδιορίζεται ποιοτικά, π.χ. ως πολύ πιθανό, πιθανό, λίγο πιθανό, αμελητέο κ.λπ. Ενδεικτικά, σε πενταβάθμια κλίμακα: 1 – αμελητέο (πρακτικά δεν συμβαίνει), 3 – πιθανό, 5 – πολύ υψηλή πιθανότητα. Όσο συχνότερα μπορεί να εμφανίζονται καταστάσεις αστοχίας ή επικίνδυνες καταστάσεις (π.χ. συχνές βλάβες, έλλειψη προστατευτικών μέτρων, υψηλά ποσοστά σφαλμάτων χειριστών), τόσο υψηλότερος είναι ο παράγοντας P1.
  • Δυνατότητα αποφυγής ή περιορισμού της βλάβης (A, γνωστό επίσης ως P ή Q) – καθορίζει σε ποιο βαθμό το εκτεθειμένο άτομο έχει πιθανότητα να αποφύγει το ατύχημα ή να ελαχιστοποιήσει τις συνέπειές του, όταν έχει ήδη συμβεί το επικίνδυνο συμβάν. Με άλλα λόγια: αν ο κίνδυνος (hazard) εκδηλωθεί, μπορεί ο εργαζόμενος να αποφύγει τον τραυματισμό (π.χ. να απομακρυνθεί, να σταματήσει τη μηχανή, να προστατευτεί) ή μπορούν τα προστατευτικά μέτρα να περιορίσουν τις συνέπειες (π.χ. μια φωτοκουρτίνα ασφαλείας να σταματήσει τη μηχανή πριν προκληθεί σοβαρή βλάβη). Η κατηγορία A συχνά ορίζεται δυαδικά: π.χ. A1 (P1)δυνατό να αποφευχθεί (υπό ευνοϊκές συνθήκες ο χειριστής έχει χρόνο να αντιδράσει, να διαφύγει ή η βλάβη θα είναι μικρή), A2 (P2)σχεδόν αδύνατο να αποφευχθεί (το συμβάν είναι αιφνίδιο, αναπόφευκτο ή δεν υπάρχει φυσική δυνατότητα διαφυγής). Αν η δυνατότητα αποφυγής είναι μηδενική (π.χ. σε έκρηξη, σε αιφνίδια έλξη από μηχανή υψηλής ταχύτητας), ο κίνδυνος είναι σημαντικά μεγαλύτερος από ό,τι σε μια κατάσταση όπου ο χειριστής μπορεί να αντιληφθεί τον κίνδυνο και να απομακρυνθεί.

Αξίζει να τονιστεί ότι το ISO 12100 δεν επιβάλλει συγκεκριμένες κλίμακες ή αριθμητικές τιμές για τις παραπάνω παραμέτρους – απαιτεί μόνο, στην αξιολόγηση κινδύνου, να λαμβάνονται υπόψη τουλάχιστον οι τέσσερις παραπάνω πτυχές (S, F, P1, A) και, βάσει αυτών, να εκτιμάται το επίπεδο κινδύνου. Το πρότυπο αφήνει στους σχεδιαστές ελευθερία επιλογής μεθόδων, ώστε να τις προσαρμόζουν στις ιδιαιτερότητες της μηχανής, αρκεί η αξιολόγηση να είναι συστηματική και να καλύπτει όλους τους ουσιώδεις παράγοντες. Ο κίνδυνος R μπορεί, επομένως, να εκφραστεί ως μια συνάρτηση: R = f(S, F, P1, A). Σε απλές περιπτώσεις αυτό μοντελοποιείται ποιοτικά (π.χ. περιγραφικά ή με πίνακες), ενώ σε ορισμένες μεθόδους – και με βαθμολόγηση (αριθμητικά), μέσω ανάθεσης βαθμίδων/αριθμών στους επιμέρους παράγοντες και άθροισης ή πολλαπλασιασμού τους (όπως θα αναφερθεί παρακάτω).

Παρεμπιπτόντως, αξίζει να σημειωθεί ότι το ISO 12100:2010 ενοποίησε παλαιότερα πρότυπα (EN ISO 12100-1, 12100-2 και ISO 14121-1) χωρίς ουσιαστικές αλλαγές στο περιεχόμενο ως προς την προσέγγιση της αξιολόγησης κινδύνου. Αυτό σημαίνει ότι οι παράγοντες κινδύνου που περιγράφονται παραπάνω και η διαδικασία ανάλυσης κινδύνων ουσιαστικά δεν άλλαξαν – απλώς απέκτησαν πιο σαφή μορφή σε ένα εναρμονισμένο πρότυπο. Ωστόσο, το ίδιο το ISO 12100 δεν παρέχει έτοιμη «συνταγή» για το πώς ακριβώς να υπολογιστεί ή να ταξινομηθεί ο κίνδυνος – γι’ αυτό προέκυψε η ανάγκη για πρόσθετες κατευθυντήριες οδηγίες, που να παρουσιάζουν διαφορετικές μεθόδους εκτίμησης κινδύνου οι οποίες συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του προτύπου. Τέτοιες οδηγίες περιλαμβάνει το ISO/TR 14121-2:2007/2012, το οποίο αποτελεί συλλογή εργαλείων και παραδειγμάτων προς επιλογή για όσους αξιολογούν τον κίνδυνο των μηχανών.

Μέθοδοι αξιολόγησης κινδύνου στο ISO/TR 14121-2

Η τεχνική έκθεση ISO/TR 14121-2 παρουσιάζει ποικίλες μεθόδους και εργαλεία για την εκτίμηση κινδύνου σε μηχανές, σύμφωνα με την προσέγγιση του ISO 12100. Μεταξύ άλλων περιγράφονται η μέθοδος βαθμολόγησης (αθροιστική/πολλαπλασιαστική), η μήτρα κινδύνου, το διάγραμμα (γράφημα) κινδύνου καθώς και υβριδικές μέθοδοι που συνδυάζουν χαρακτηριστικά από περισσότερες προσεγγίσεις. Παρακάτω παρουσιάζονται αυτές οι μέθοδοι, με ένδειξη του πώς λαμβάνουν υπόψη (ή απλοποιούν) τους παράγοντες κινδύνου που περιγράφηκαν προηγουμένως.

Μεθοδολογία βαθμολόγησης (αθροιστική ή πολλαπλασιαστική)

Μία από τις μεθόδους που παρουσιάζονται είναι η προσέγγιση βαθμολόγησης, όπου σε όλα τα στοιχεία του κινδύνου αποδίδονται συγκεκριμένες αριθμητικές τιμές και στη συνέχεια αθροίζονται ή πολλαπλασιάζονται ώστε να προκύψει ένας τελικός δείκτης κινδύνου. Για παράδειγμα, μπορούν να οριστούν κλίμακες βαθμών για το S (π.χ. 1 έως 4 ανάλογα με τη σοβαρότητα), για το F (συχνότητα έκθεσης), για το P1 (πιθανότητα συμβάντος) κ.ο.κ., και στη συνέχεια να υπολογίζεται R = S + F + P1 + A (άθροιση) ή R = S * F * P1 * A (πολλαπλασιασμός).

Στην πράξη χρησιμοποιείται συχνά μικτός τύπος, π.χ. με άθροιση ορισμένων παραγόντων και πολλαπλασιασμό άλλων, ώστε να αποτυπώνεται σωστά η βαρύτητά τους. Ενδεικτικά, σε ιαπωνικές κατευθυντήριες οδηγίες (που παρατίθενται στο ISO/TR 14121-2) προτεινόταν η πρόσθεση S + (F + P1) – δηλαδή η σοβαρότητα συν τη συνολική αξιολόγηση της έκθεσης και της πιθανότητας συμβάντος. Η μέθοδος αυτή επιτρέπει να συμπεριληφθούν όλα τα ουσιώδη στοιχεία στον υπολογισμό και δίνει ένα ποσοτικό αποτέλεσμα, το οποίο μπορεί να συγκριθεί μεταξύ διαφορετικών κινδύνων.

Πλεονεκτήματα: Επιτρέπει τη συστηματοποίηση της αξιολόγησης – κάθε κριτήριο εξετάζεται ξεχωριστά, μειώνοντας τον κίνδυνο να παραλειφθεί κάποια πτυχή. Το αριθμητικό αποτέλεσμα επιτρέπει σύγκριση κινδύνων μεταξύ διαφορετικών μηχανών ή σεναρίων σε ενιαία κλίμακα.

Προκλήσεις: Ο καθορισμός βαρών και κλίμακας βαθμών είναι συχνά υποκειμενικός – π.χ. αν το «συχνό» αντιστοιχεί σε 3 ή 4 βαθμούς, πώς κλιμακώνεται ο πολλαπλασιασμός ώστε οι τιμές να έχουν νόημα – και μπορεί να απαιτεί βαθμονόμηση. Το ίδιο το αριθμητικό αποτέλεσμα είναι μερικές φορές δύσκολο να ερμηνευτεί χωρίς να έχουν οριστεί όρια αποδοχής (π.χ. τι σημαίνουν 15 βαθμοί – είναι «υψηλός κίνδυνος» που απαιτεί ενέργειες ή μέτριος;). Γι’ αυτό συχνά δημιουργείται πίνακας αξιολόγησης ή υπόμνημα που μεταφράζει το άθροισμα των βαθμών σε ποιοτικές κατηγορίες κινδύνου (π.χ. 0–3 βαθμοί = χαμηλός κίνδυνος, 4–7 = μέτριος, >8 = υψηλός – αυτό είναι μόνο παράδειγμα). Ο τρόπος συνάθροισης επηρεάζει επίσης το αποτέλεσμα: ο πολλαπλασιασμός έχει ως συνέπεια μια πολύ χαμηλή τιμή σε κάποιον παράγοντα να μπορεί να μειώσει έντονα το αποτέλεσμα (κάτι που μπορεί να είναι επιθυμητό, π.χ. αμελητέα πιθανότητα συμβάντος να μειώσει τον κίνδυνο σχεδόν στο μηδέν, ακόμη και με υψηλή σοβαρότητα), ενώ η άθροιση διασφαλίζει ότι κάθε παράγοντας προσθέτει κάτι στον κίνδυνο (π.χ. σε άθροισμα, ακόμη και ελάχιστη πιθανότητα συμβάντος με καταστροφικές συνέπειες δίνει κάποιο μη μηδενικό αποτέλεσμα). Η επιλογή άθροισμα έναντι γινομένου θα πρέπει, επομένως, να αντανακλά τη φιλοσοφία της αξιολόγησης – αν θεωρούμε ότι ένα πολύ σπάνιο συμβάν με τραγικό αποτέλεσμα εξακολουθεί να αποτελεί κίνδυνο που απαιτεί έλεγχο (η άθροιση δίνει μη μηδενικό αποτέλεσμα) ή ότι μπορεί πρακτικά να αγνοηθεί (το γινόμενο δίνει αποτέλεσμα κοντά στο μηδέν). Το ISO/TR 14121-2 παρουσιάζει και τις δύο προσεγγίσεις ως προαιρετικά εργαλεία.

Μήτρα κινδύνου (risk matrix)

Η μήτρα κινδύνου είναι ένα ιδιαίτερα διαδεδομένο εργαλείο, το οποίο περιγράφεται επίσης στο ISO/TR 14121-2. Η μήτρα είναι ένας δισδιάστατος πίνακας, όπου στον έναν άξονα αποτυπώνεται η σοβαρότητα των συνεπειών (S) και στον άλλο η συνολική πιθανότητα εμφάνισης βλάβης (P). Τα επιμέρους κελιά του πίνακα – συνδυασμοί επιπέδου S και επιπέδου P – αντιστοιχίζονται σε κατηγορίες κινδύνου (π.χ. χαμηλός, μέτριος, υψηλός), συχνά με χρωματική σήμανση (πράσινο, κίτρινο, κόκκινο) για μεγαλύτερη ευκρίνεια. Για παράδειγμα, μια τετραβάθμια κλίμακα σοβαρότητας (από ελαφρύ τραυματισμό έως θανατηφόρο) και μια πενταβάθμια κλίμακα πιθανότητας (από πολύ σπάνιο έως συχνό) δημιουργούν μήτρα 4×5, όπως στο παρακάτω παράδειγμα από την πρακτική (τα χρώματα δείχνουν το επίπεδο κινδύνου – πράσινο: αποδεκτό, κόκκινο: υψηλό).

Στην παραπάνω υποθετική μήτρα (4×5) φαίνεται, για παράδειγμα, ότι ο συνδυασμός μέτριας πιθανότητας (C) και θανατηφόρου αποτελέσματος (4) οδηγεί σε αξιολόγηση Υψηλού κινδύνου. Μια τέτοια μήτρα χρησιμοποιείται κυρίως για την οπτικοποίηση του κινδύνου – μπορεί κανείς να διακρίνει γρήγορα ποιοι κίνδυνοι βρίσκονται στη «κόκκινη» ζώνη (μη αποδεκτοί, που απαιτούν ενέργειες) και ποιοι στην «πράσινη» (αποδεκτοί).

Πλεονεκτήματα της μήτρας: Είναι απλή και ευανάγνωστη – θυμίζει «φανάρι» (πράσινο–κίτρινο–κόκκινο) κατανοητό ακόμη και για μη τεχνικούς. Αυτό διευκολύνει την επικοινωνία του κινδύνου προς τη διοίκηση ή τους εργαζομένους – φαίνεται άμεσα πού βρίσκονται οι μεγαλύτερες απειλές. Η μήτρα επιτρέπει επίσης ταχεία ταξινόμηση προτεραιοτήτων: μπορεί να καθοριστεί ποιοι κίνδυνοι είναι χαμηλοί (και ενδεχομένως να γίνουν ανεκτοί) και ποιοι είναι υψηλοί και απαιτούν άμεση μείωση.

Μειονεκτήματα και απλουστεύσεις: Η μήτρα κινδύνου αναπόφευκτα απλουστεύει την ανάλυση, επειδή συμπυκνώνει όλους τους παράγοντες F, P1, A σε έναν άξονα «πιθανότητα». Η εκτίμηση αυτής της πιθανότητας γίνεται συνισταμένη μιας υποκειμενικής αξιολόγησης της συχνότητας, της δυνατότητας να συμβεί το συμβάν και της δυνατότητας αποφυγής. Έτσι, διαφορετικοί αξιολογητές μπορεί να ερμηνεύουν διαφορετικά, π.χ. τι σημαίνει «λίγο πιθανό» – γι’ αυτό τα αποτελέσματα δεν είναι πάντα πλήρως επαναλήψιμα. Η τυποποίηση των κατηγοριών μέσα στην εταιρεία (π.χ. ακριβείς ορισμοί για το τι σημαίνει B: λίγο πιθανό – π.χ. «<1 συμβάν ανά 10 χρόνια») μπορεί να περιορίσει την υποκειμενικότητα, αλλά ένα επίπεδο υποκειμενικής κρίσης παραμένει πάντα. Ένα ακόμη μειονέκτημα είναι η περιορισμένη διακριτική ικανότητα: η μήτρα ομαδοποιεί τον κίνδυνο σε σχετικά ευρείες κλίμακες. Δύο διαφορετικοί κίνδυνοι μπορεί να πάρουν την ίδια αξιολόγηση (π.χ. μέτριος κίνδυνος), παρότι ο ένας βρίσκεται στο κάτω όριο της κατηγορίας και ο άλλος στο πάνω. Η μήτρα δεν αποτυπώνει αυτές τις διαφορές – για πιο λεπτομερείς αναλύσεις ή για κατάταξη πολλών κινδύνων, η μέθοδος αυτή συχνά είναι υπερβολικά γενική.

Παρά τους παραπάνω περιορισμούς, οι μήτρες είναι πολύ δημοφιλείς, και εκτός της βιομηχανίας μηχανημάτων (π.χ. στη γενική υγεία και ασφάλεια στην εργασία, στη διαχείριση έργων, στα οικονομικά), λόγω της απλότητάς τους. Το ISO/TR 14121-2 συνιστά να χρησιμοποιούνται με προσοχή, με σαφώς ορισμένες κατηγορίες και, όπου χρειάζεται περισσότερη λεπτομέρεια, με πρόσθετη εξειδίκευση. Αξίζει να σημειωθεί ότι το πρότυπο ISO 12100 δεν αντιτίθεται στη χρήση μήτρας, αρκεί να θυμόμαστε ότι σύμφωνα με το πρότυπο, πριν την ταξινόμηση του κινδύνου στη μήτρα, πρέπει να εξετάζονται και οι τέσσερις παράγοντες (S, F, P1, A). Με άλλα λόγια, παρότι η μήτρα λειτουργεί ρητά μόνο με δύο διαστάσεις (S και γενικό P), η ποιοτική ανάλυση πρέπει να προηγείται της συμπλήρωσης της μήτρας – ώστε να εκτιμηθεί, π.χ., αν το χαμηλό επίπεδο P οφείλεται σε μικρή έκθεση ή, αντίθετα, σε υψηλή δυνατότητα διαφυγής κ.λπ.

Γράφημα επικινδυνότητας (risk graph)

Το γράφημα κινδύνου είναι μια γραφική μέθοδος που παρουσιάζει τη διαδικασία εκτίμησης κινδύνου ως δέντρο αποφάσεων ή λογικό διάγραμμα. Χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, σε πρότυπα που αφορούν την ασφάλεια των συστημάτων ελέγχου (π.χ. EN ISO 13849-1, IEC 62061), για να καθοριστεί το απαιτούμενο επίπεδο προστασίας (PL ή SIL) με βάση την εκτίμηση του κινδύνου. Το γράφημα βασίζεται σε διαδοχικές απαντήσεις σε ερωτήσεις που αφορούν τους παράγοντες κινδύνου: συνήθως Σοβαρότητα (S), Συχνότητα/έκθεση (F), Δυνατότητα αποφυγής (A/P) – συχνά με τη μορφή δυαδικών επιλογών (π.χ. S1 ή S2; F1 ή F2; P1 ή P2;), που οδηγούν τον χρήστη, μέσω των κλάδων του δέντρου, στο τελικό αποτέλεσμα.

Για παράδειγμα, ένα απλοποιημένο σχήμα (εμπνευσμένο από το ISO 13849-1) λειτουργεί ως εξής: αν το S είναι ελαφρύ (S1) πήγαινε αριστερά, αν είναι σοβαρό (S2) – δεξιά· στη συνέχεια τίθεται το ερώτημα για το F: σπάνια/για λίγο (F1) ή συχνά/για πολύ (F2)· έπειτα για το P (Avoidance): η δυνατότητα αποφυγής είναι P1 (δυνατή) ή P2 (αδύνατη). Στο τέλος, ανάλογα με τη διαδρομή που ακολουθήθηκε (συνδυασμός S, F, P), αντιστοιχίζεται ένα επίπεδο κινδύνου ή απευθείας το απαιτούμενο επίπεδο προστασίας (π.χ. PLr a, b, c… για τα συστήματα ελέγχου).

Πλεονεκτήματα: Τα γραφήματα κινδύνου παρέχουν μια δομημένη, επαναλήψιμη διαδικασία – θέτοντας τις ίδιες ερωτήσεις με την ίδια σειρά, μειώνεται η υποκειμενικότητα (π.χ. δύο μηχανικοί που απαντούν «ναι/όχι» στις ίδιες ερωτήσεις συνήθως καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα). Η μέθοδος είναι επίσης γρήγορη για έμπειρους χρήστες και εστιάζει στους κρίσιμους παράγοντες χωρίς υπερβολικό κατακερματισμό της κλίμακας. Ταιριάζει ιδιαίτερα σε ειδικές εφαρμογές, π.χ. στην εκτίμηση κινδύνου που σχετίζεται με λειτουργίες ασφάλειας (όπως στο ISO 13849-1) – εκεί όπου οι κίνδυνοι είναι τυπικοί και ο στόχος είναι να επιλεγεί το κατάλληλο επίπεδο τεχνικής προστασίας.

Περιορισμοί: Το διάγραμμα (ιδίως όταν χρησιμοποιεί δυαδικές κατηγορίες) είναι αρκετά χονδροειδές. Π.χ. η υιοθέτηση μόνο δύο επιπέδων S (ελαφρύ vs. σοβαρό) παραλείπει τα «ενδιάμεσα» σενάρια – μερικές φορές αυτό αρκεί (όταν το βασικό ζητούμενο είναι η διάκριση: υπάρχει πιθανότητα θανάτου ή όχι), αλλά άλλοτε μπορεί να είναι υπερβολικά απλουστευτικό. Αντίστοιχα, τα F1/F2 και P1/P2 είναι ο ελάχιστος αριθμός κατηγοριών· στην πράξη υπάρχουν περισσότερες αποχρώσεις. Τα διαγράμματα είναι επίσης συνήθως εξειδικευμένα – ένα σχήμα που έχει σχεδιαστεί για ένα συγκεκριμένο πρότυπο/κλάδο μπορεί να μην ταιριάζει σε άλλον. Επιπλέον, το διάγραμμα κινδύνου δεν λαμβάνει ρητά υπόψη τον παράγοντα P1 (πιθανότητα συμβάντος) ως ξεχωριστό βήμα – συχνά προϋποτίθεται ένα «τυπικό» σενάριο με «τυπική» πιθανότητα για τη συγκεκριμένη εφαρμογή. Με άλλα λόγια, το διάγραμμα δίνει έμφαση στη συχνότητα έκθεσης και στη δυνατότητα αποφυγής, αντιμετωπίζοντας την ίδια την επέλευση του συμβάντος ως κάτι που είναι κατά κάποιον τρόπο ενσωματωμένο στις πραγματικές συνθήκες (π.χ. στο ISO 13849 υιοθετείται συντηρητικά ότι το συμβάν μπορεί να συμβεί πάντα, εφόσον ο άνθρωπος εκτίθεται – γι’ αυτό δεν υπάρχει ξεχωριστός κλάδος που να ρωτά «είναι πιθανή η αστοχία;»). Αυτό απλοποιεί την ανάλυση (λιγότερες ερωτήσεις), αλλά συνεπάγεται έναν βαθμό συντηρητικότητας: ο κίνδυνος μπορεί να προκύψει υψηλός ακόμη κι αν η μηχανή είναι πολύ αξιόπιστη, επειδή δεν το εξετάζουμε. Στην πράξη, αν διαθέτουμε δεδομένα για πολύ μικρή πιθανότητα συμβάντος (π.χ. αστοχία μία φορά ανά εκατομμύριο ώρες), το διάγραμμα κινδύνου δεν θα αξιοποιήσει αυτό το γεγονός – θα έπρεπε μάλλον να χρησιμοποιηθούν μέθοδοι βαθμολόγησης, ώστε ο παράγοντας P1 να ληφθεί υπόψη αριθμητικά.

Το ISO/TR 14121-2 παρουσιάζει τα διαγράμματα κινδύνου ως μία από τις μεθόδους, δίνοντας παραδείγματα από συναφή πρότυπα. Εφαρμόζοντας αυτή τη μέθοδο, πρέπει να υπάρχει επίγνωση των παραδοχών και των απλουστεύσεών της – είναι εξαιρετικά κατάλληλη για επαλήθευση απαιτήσεων ασφάλειας (π.χ. πόσο υψηλό PL/SIL πρέπει να έχει ένα προστατευτικό) και για αρχική ταξινόμηση του κινδύνου, αλλά στη συνολική εκτίμηση κινδύνου μιας μηχανής μπορεί να συμπληρωθεί με άλλες αναλύσεις, αν π.χ. η αστοχικότητα της μηχανής είναι ασυνήθιστη.

Υβριδικές (συνδυαστικές) μέθοδοι

Οι υβριδικές μέθοδοι αποτελούν μια προσπάθεια συνδυασμού των πλεονεκτημάτων της βαθμολογικής και της γραφικής προσέγγισης. Παράδειγμα τέτοιας προσέγγισης δίνεται στο ISO/TR 14121-2 και παρατίθεται από το πρότυπο IEC 62061 (σχετικά με την ασφάλεια των συστημάτων ελέγχου). Σε γενικές γραμμές, μια υβριδική μέθοδος μπορεί π.χ. να αθροίζει ορισμένους παράγοντες ώστε να προκύψει μια «κλάση πιθανότητας» και στη συνέχεια να τη συσχετίζει με τη σοβαρότητα, κατά το πρότυπο μιας μήτρας ή ενός διαγράμματος. Αυτό συμβαίνει π.χ. στο IEC 62061: αξιολογούνται διαδοχικά τα Fr (frequency), Pr (probability of occurrence), Av (avoidance) – σε καθένα αποδίδονται τιμές 1–5, οι οποίες αθροίζονται σε μια κλάση κινδύνου CL (μερικές φορές αυτό το άθροισμα αποκαλείται class of likelihood. Στη συνέχεια, σε ένα δισδιάστατο πλέγμα (παρόμοιο με μήτρα) διασταυρώνεται το προκύπτον επίπεδο CL με την κατηγορία σοβαρότητας S, ώστε να αποδοθεί το απαιτούμενο SIL του επιπέδου προστασίας. Με αυτόν τον τρόπο, η υβριδική μέθοδος συνδυάζει την ποσοτική εκτίμηση των επιμέρους συνιστωσών (όπως στη βαθμολογική προσέγγιση) με ένα ευανάγνωστο ποιοτικό αποτέλεσμα (όπως στη μήτρα/διάγραμμα).

Πλεονέκτημα αυτής της λύσης είναι η μεγαλύτερη λεπτομέρεια στην εκτίμηση της πιθανότητας (οι συνιστώσες Fr, Pr, Av εξετάζονται ξεχωριστά), με ταυτόχρονη διατήρηση της απλής παρουσίασης του τελικού αποτελέσματος μέσω κατηγοριών. Μια τέτοια μέθοδος χρησιμοποιείται π.χ. στο πρότυπο ISO 13849, όπου οι απαντήσεις στις ερωτήσεις S, F, P (αποφυγή) οδηγούν στο απαιτούμενο Performance Level (PLr) για το σύστημα ασφάλειας – αυτό μπορεί να ερμηνευτεί ως μια πενταβάθμια κλίμακα υπολειπόμενου κινδύνου, την οποία πρέπει να επιτευχθεί με κατάλληλα μέτρα. Σημαντικό είναι ότι εκεί τα επίπεδα κινδύνου συνδέονται άμεσα με την απαιτούμενη αξιοπιστία των μέσων προστασίας (PL a – e). Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα σύλληψη: υψηλός κίνδυνος → πρέπει να εφαρμόσουμε ένα πολύ αξιόπιστο σύστημα προστασίας (PL e), χαμηλός κίνδυνος → αρκεί ένα λιγότερο σύνθετο μέτρο (PL a).

Οι υβριδικές μέθοδοι χρησιμοποιούνται συχνά στην εκτίμηση κινδύνου που σχετίζεται με τα συστήματα ελέγχου μηχανών, αλλά η ιδέα τους μπορεί να προσαρμοστεί και ευρύτερα – προσφέρουν τη δυνατότητα ποσοτικής αξιολόγησης της μείωσης του κινδύνου από συγκεκριμένα μέτρα. Για παράδειγμα, αν αρχικά ο κίνδυνος απαιτούσε PL d (που αντιστοιχούσε σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο πιθανότητας συμβάντος) και εφαρμόσουμε προστασία που πληροί μόνο PL c, τότε γνωρίζουμε ότι ο κίνδυνος θα μειωθεί κατά έναν συγκεκριμένο αριθμό «επιπέδων» – ωστόσο όχι στο μηδέν, άρα μπορεί να απαιτούνται πρόσθετες ενέργειες. Αυτό μας οδηγεί σε μια ακόμη σημαντική πτυχή: την αξιολόγηση του κινδύνου και τις διαφορές στην προσέγγιση των κριτηρίων αποδεκτότητας.

Πώς να αξιολογείτε τον κίνδυνο σύμφωνα με το ISO 12100: Σύγκριση προσεγγίσεων και συμπεράσματα

ISO 12100 έναντι ISO/TR 14121-2 – ο ρόλος του προτύπου και των κατευθυντήριων οδηγιών. Η βασική διαφορά μεταξύ ISO 12100 και ISO/TR 14121-2 έγκειται στη φύση τους: το ISO 12100 είναι πρότυπο απαιτήσεων (κανονιστικό) – καθορίζει τι πρέπει να γίνει (να πραγματοποιηθεί ανάλυση κινδύνων, να εκτιμηθεί ο κίνδυνος λαμβάνοντας υπόψη S, F, P1, A κ.λπ., και στη συνέχεια να μειωθεί ο κίνδυνος), ενώ το ISO/TR 14121-2 είναι τεχνικό έγγραφο με κατευθυντήριες οδηγίες – δείχνει πώς μπορεί να γίνει αυτό μέσω παραδειγμάτων. Το ίδιο το πρότυπο 12100 παρέχει μεγάλη ελευθερία, ενώ η έκθεση 14121-2 προσφέρει εργαλεία που βοηθούν στην κάλυψη των απαιτήσεων του προτύπου. Δεν υπάρχει αντίφαση εδώ – πρόκειται μάλλον για συμπλήρωση. Στην πράξη, πολλοί οργανισμοί αναπτύσσουν δικές τους διαδικασίες εκτίμησης κινδύνου βασισμένες σε αυτές τις κατευθύνσεις, προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες των μηχανών τους και στο αποδεκτό επίπεδο κινδύνου.

Συνεκτίμηση παραγόντων κινδύνου. Το ISO 12100 αναφέρει ρητά ότι κάθε αξιολόγηση κινδύνου πρέπει να λαμβάνει υπόψη δύο συνιστώσες: τη σοβαρότητα της βλάβης (S) και την πιθανότητα εμφάνισής της (P), όπου η πιθανότητα οφείλει να περιλαμβάνει τουλάχιστον την έκθεση, την πιθανότητα να συμβεί το συμβάν και τη δυνατότητα αποφυγής. Οι μέθοδοι που περιγράφονται στο ISO/TR 14121-2 διαφέρουν κυρίως στο πώς ενσωματώνουν αυτές τις συνιστώσες. Η μέθοδος βαθμολόγησης διασπά ρητά το P σε επιμέρους παράγοντες και τους προσθέτει/πολλαπλασιάζει, άρα αποτυπώνει πιστότερα τον πλήρη τύπο (με τίμημα μεγαλύτερη προσπάθεια κατά την αξιολόγηση). Η μήτρα κινδύνου, αντίθετα, συμπτύσσει τους παράγοντες F, P1, A σε ένα γενικευμένο P, κάτι που απλοποιεί την εκτίμηση, αλλά μπορεί να αποκρύπτει ποια παράμετρος επηρεάζει περισσότερο τον κίνδυνο. Για παράδειγμα, η μήτρα μπορεί να δώσει το ίδιο αποτέλεσμα «μεσαίος κίνδυνος» για δύο καταστάσεις: (a) ένα πολύ σπάνιο συμβάν με καταστροφικές συνέπειες και (b) ένα συχνό συμβάν με ήπιες συνέπειες – παρότι η φύση των κινδύνων είναι διαφορετική. Γι’ αυτό, όταν χρησιμοποιείται μήτρα, συνιστάται να καταγράφονται πάντα ξεχωριστά οι παραδοχές για το γιατί ένα σενάριο έχει τη συγκεκριμένη κατηγορία P (π.χ. «χαμηλή πιθανότητα λόγω σποραδικής έκθεσης» κ.λπ.). Το διάγραμμα κινδύνου, από την άλλη, δεν αποτυπώνει ρητά το P1, αλλά επιβάλλει μια συντηρητική παραδοχή ως προς τη συχνότητα αστοχίας – κάτι που συχνά είναι ασφαλές, αν και μερικές φορές μπορεί να υπερεκτιμά τον κίνδυνο, όταν στην πράξη η μηχανή είναι πολύ αξιόπιστη.

Επίπεδο λεπτομέρειας έναντι απλότητας. Από τα παραπάνω προκύπτει το κλασικό δίλημμα: οι πιο σύνθετες μέθοδοι (βαθμολόγησης, υβριδικές) προσφέρουν ακριβέστερη, πιο ποσοτικοποιημένη εικόνα του κινδύνου, επιτρέπουν να διακρίνονται οι αποχρώσεις, αλλά απαιτούν περισσότερα δεδομένα και είναι δυσκολότερες στην επικοινωνία. Οι απλούστερες μέθοδοι (μήτρα, risk graph) είναι εύχρηστες και εύκολες στην κατανόηση, αλλά με κόστος στη λεπτομέρεια – μπορεί να οδηγούν σε ορισμένες εξομαλύνσεις. Το ISO 12100 δεν προκρίνει καμία από αυτές τις μεθόδους – επιτρέπει όλες, υπό την προϋπόθεση ότι εξυπηρετούν μια αξιόπιστη αξιολόγηση. Στην πράξη χρησιμοποιείται συχνά συνδυασμός: π.χ. αρχικά γίνεται εκτίμηση με μήτρα για να αναδειχθούν οι περιοχές υψηλού κινδύνου και στη συνέχεια, για τους κρίσιμους αυτούς κινδύνους, πραγματοποιείται πιο λεπτομερής ανάλυση (έστω και ημιποσοτική) ώστε να σχεδιαστούν τα βέλτιστα μέτρα ασφάλειας. Σε περιβάλλοντα όπως οι παραγωγικές και τεχνολογικές γραμμές, αυτή η προσέγγιση βοηθά να ιεραρχούνται σωστά οι παρεμβάσεις.

Κριτήρια αποδοχής του κινδύνου. Τόσο το ISO 12100 όσο και το ISO/TR 14121-2 τονίζουν ότι κομβικό στάδιο είναι η αξιολόγηση του αν ο κίνδυνος έχει μειωθεί σε αποδεκτό επίπεδο (η λεγόμενη αξιολόγηση κινδύνου – risk evaluation – που ακολουθεί την εκτίμηση). Ενδιαφέρον είναι ότι κανένα από τα δύο έγγραφα δεν ορίζει συγκεκριμένα τι συνιστά «ανεκτό επίπεδο» – αυτό αφήνεται στους οργανισμούς, ενδεχομένως στη νομοθεσία ή σε ειδικότερα πρότυπα. Το ISO/TR 14121-2, στα παραδείγματα μητρών, συνήθως υποθέτει ότι η χαμηλότερη κατηγορία κινδύνου (π.χ. «Negligible»/«αμελητέος» κίνδυνος) είναι αποδεκτή χωρίς πρόσθετες ενέργειες. Με άλλα λόγια, ο συνδυασμός των χαμηλότερων τιμών των παραγόντων (π.χ. ασήμαντος τραυματισμός, πρακτικά μηδενική πιθανότητα) σημαίνει μια κατάσταση όπου δεν απαιτείται περαιτέρω μείωση. Τα υψηλότερα επίπεδα (χαμηλό, μεσαίο, υψηλό) μπορεί να απαιτούν αντίστοιχα αυξανόμενη εφαρμογή προστατευτικών μέτρων.

Στην πράξη έχει παρατηρηθεί ένα κενό: το ISO/TR 14121-2 δεν παρέχει αυστηρή μέθοδο για το πώς να υπολογιστεί η επίδραση των εφαρμοζόμενων προστατευτικών μέτρων στη μείωση του κινδύνου. Πιο απλά: γνωρίζουμε ότι προστατευτικά καλύμματα, διακόπτες ασφαλείας, φωτοκουρτίνες κ.λπ. μειώνουν τον κίνδυνο (επειδή μειώνουν την πιθανότητα ή/και τις συνέπειες), όμως στην κλίμακα της μήτρας ή των βαθμών αυτό συχνά αποτιμάται ως νέα ποιοτική εκτίμηση μετά την εφαρμογή των μέτρων, χωρίς τυπικό συντελεστή μετατροπής. Αυτό μπορεί να δημιουργεί αμφιβολίες: π.χ. αν πριν από την τοποθέτηση καλύμματος η πιθανότητα συμβάντος αξιολογήθηκε ως C (πιθανό), τότε σε ποια κατηγορία θα πέσει μετά την εγκατάσταση του καλύμματος; Εδώ βοηθούν πρότυπα όπως το προαναφερθέν ISO 13849-1, όπου στον αρχικό κίνδυνο αντιστοιχίζεται η απαιτούμενη αξιοπιστία του μέτρου (PLr) και η επίτευξη αυτού του PL τεκμηριώνει ότι ο κίνδυνος έχει μειωθεί σε αποδεκτό επίπεδο. Στο πλαίσιο του ISO/TR 14121-2 αυτό πρέπει να εκτιμηθεί με τεχνική κρίση – π.χ. να ειπωθεί «η εφαρμογή καλύμματος πιθανότατα θα μειώσει τη συχνότητα έκθεσης από συχνή σε σπάνια, άρα πέφτουμε από την κατηγορία E στην C στη μήτρα». Πρόκειται για ορθή προσέγγιση, αλλά απαιτεί εμπειρία.

Σύνοψη. Η ανάλυση του τύπου κινδύνου σύμφωνα με το ISO 12100 αναδεικνύει πόσοι διαφορετικοί παράγοντες συνθέτουν τον κίνδυνο – όχι μόνο η προφανής σοβαρότητα των συνεπειών, αλλά και λιγότερο εμφανή στοιχεία, όπως η συχνότητα έκθεσης στον κίνδυνο ή η δυνατότητα αποφυγής ενός ατυχήματος. Το ISO/TR 14121-2 δείχνει επίσης ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι εκτίμησης και κατηγοριοποίησης του κινδύνου: από ακριβείς μεθόδους βαθμολόγησης έως εύχρηστους πίνακες (matrices). Καθεμία έχει τον ρόλο της – συχνά χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά. Το κρίσιμο είναι να μη χαθεί από το οπτικό πεδίο κανένα ουσιώδες στοιχείο: μια απλή μέθοδος δεν απαλλάσσει από τη σκέψη στις λεπτομέρειες (π.χ. γιατί αξιολογούμε την πιθανότητα ως χαμηλή), ενώ μια σύνθετη μέθοδος πρέπει να οδηγεί σε σαφή απόφαση (αν ο κίνδυνος είναι αποδεκτός ή τι ακόμη χρειάζεται βελτίωση). Στο τελικό αποτέλεσμα, ο στόχος είναι πάντα η μείωση του κινδύνου σε αποδεκτό επίπεδο – σύμφωνα με την αρχή ALARP (as low as reasonably practicable, δηλαδή να μειωθεί ο κίνδυνος όσο χαμηλά είναι πρακτικά εφικτό) και τις απαιτήσεις οδηγιών, όπως η Οδηγία Μηχανών 2006/42/EC. Όσο σε εργοστάσια και εργοτάξια εξακολουθούν να συμβαίνουν ατυχήματα (και τα στατιστικά δείχνουν ότι μόνο στην Πολωνία κάθε χρόνο δεκάδες άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους κατά τον χειρισμό μηχανών, ενώ χιλιάδες υφίστανται τραυματισμούς), η τεκμηριωμένη αξιολόγηση κινδύνου και η εφαρμογή κατάλληλων μέτρων προστασίας θα παραμείνουν θεμελιώδης υποχρέωση των κατασκευαστών και των χρηστών μηχανημάτων. Χάρη σε πρότυπα όπως το ISO 12100 και τις κατευθύνσεις του ISO 14121-2, διαθέτουμε σήμερα δοκιμασμένα εργαλεία για να προβλέπουμε, να αξιολογούμε και να μειώνουμε αυτόν τον κίνδυνο, πριν συμβεί ένα δυσάρεστο περιστατικό.

Πώς να αξιολογείτε τον κίνδυνο σύμφωνα με το ISO 12100 – ανάλυση της φόρμουλας κινδύνου και των μεθόδων

Το ISO 12100 ορίζει τον κίνδυνο ως συνδυασμό της πιθανότητας επέλευσης βλάβης και της σοβαρότητας (βαρύτητας) αυτής της βλάβης. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ακόμη και ένα σπάνιο συμβάν μπορεί να απαιτεί λήψη μέτρων, εάν οι συνέπειες μπορεί να είναι πολύ σοβαρές.

Ο κίνδυνος μπορεί να περιγραφεί ως συνάρτηση R = f(S, F, P1, A), όπου S είναι η σοβαρότητα της βλάβης, F είναι η συχνότητα και η διάρκεια της έκθεσης, P1 είναι η πιθανότητα επέλευσης επικίνδυνου συμβάντος και A είναι η δυνατότητα αποφυγής ή περιορισμού της βλάβης. Η διάρκεια (T) λαμβάνεται μερικές φορές υπόψη ξεχωριστά, εάν δεν περιλαμβάνεται στο F.

Το S περιγράφει την αναμενόμενη σοβαρότητα των συνεπειών: από μικρούς, αναστρέψιμους τραυματισμούς έως σοβαρές, μη αναστρέψιμες βλάβες ή θάνατο. Όσο μεγαλύτερη είναι η πιθανή σοβαρότητα των συνεπειών, τόσο υψηλότερο είναι το επίπεδο κινδύνου, ακόμη και με χαμηλή πιθανότητα.

F καθορίζει πόσο συχνά και για πόσο χρόνο ένα άτομο βρίσκεται στη ζώνη κινδύνου, ενώ η μεγαλύτερη διάρκεια και η συχνότερη έκθεση αυξάνουν τον κίνδυνο. Εφόσον απαιτείται, η διάρκεια (T) εξετάζεται επιπρόσθετα, όταν η συχνότητα από μόνη της δεν αποτυπώνει τη διαφορά μεταξύ βραχείας και μακροχρόνιας έκθεσης.

Το P1 περιγράφει την πιθανότητα εκδήλωσης ενός επικίνδυνου συμβάντος, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την αξιοπιστία της μηχανής, την πιθανότητα βλάβης και το ανθρώπινο σφάλμα. Το A καθορίζει κατά πόσο, μετά την εκδήλωση του συμβάντος, το άτομο έχει ρεαλιστική δυνατότητα να αποφύγει ή να περιορίσει τη βλάβη· όταν η αποφυγή είναι σχεδόν αδύνατη, ο κίνδυνος αυξάνεται σημαντικά.

Κοινοποίηση: LinkedIn Facebook